Λάδανο Το Μύρο της Βίβλου

Η ρητίνη λάδανο από το φυτό Cistus Creticus έχει μεγάλη ιστορία.
Χώρες με αναπτυγμένη την βιομηχανία των αρωμάτων, αντιλαμβανόμενες την άξια του λαδάνου και μην έχοντας την δυνατότητα να παράγουν, κατάφεραν όμως να παράγουν  ένα είδος σκουρόχρωμης γόμα  από άλλο είδος κίστου με διαφορετικά άρωμα και ιδιότητες.
Η οικογένεια των Cistaceae (Κιστιδών) περιλαμβάνει 7 γένη και 160 περίπου είδη, φυτά των παραμεσογείων χωρών και της Αμερικής από τα οποία αυτοφυές στην Ελλάδα είναι το γένος Cistus με 5 αυτοφυή είδη. Αυτά ζουν σε ξηρές περιοχές και καλύπτουν μεγάλες εκτάσεις οι οποίες ονομάζονται κιστώνες. Είναι φυτά ποώδη, θάμνοι πολύκλαδοι πάνω από ένα μέτρο ύψος, με φύλλα συνήθως κυματοειδή, απλά αδιαίρετα, αντίθετα η κατ’ εναλλαγή με παράφυλλα, απλές τρίχες αστεροειδείς η σε δέσμες. Όλα τα είδη Cistus χαρακτηρίζονται σαν πυρόφυτα λόγω της ιδιότητας τους να διεγείρεται το φύτρωμα των σπερμάτων τους και να κατακυριεύουν εκτάσεις αμέσως μετά την πυρκαγιά. To φαινόμενο αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα σπέρματα τους καλύπτονται από μια αδιάβροχη μεμβράνη η οποία με την έκθεση τους σε υψηλές θερμοκρασίες της πυρκαγιάς, διαρρηγνύεται επιτρέποντας την απορρόφηση νερού και το φύτρωμα του σπόρου, ενώ χωρίς τη φωτιά η καταστροφή της μεμβράνης γίνεται με βραδύ ρυθμό με την επίδραση των μικροοργανισμών του εδάφους.
Έχουν άνθη είναι μεγάλα, λευκά, ρόδινο-μαβιά η ερυθρά, αρρενοθήλεα, ακτινωτά με τρία η και περισσότερα σέπαλα, πέντε η σπανίως τρία πέταλα, τα οποία γρήγορα αποσπώνται και δίνουν την εντύπωση απετάλων ανθέων. Οι στήμονες είναι πολλοί και φύονται από την ανθοδόχη. Καρπός, κάψα.
Τα αυτοφυή Ελληνικά είδη είναι : Cistus incanus ssp. creticus (Cistus creticus)ή Λαδανιά (αλάδανος, κίστο, ήμερο κιστάρι, ήμερη κουνουκλιά, λουβιδιά, αγκίσαρος).
Το φυτό Cistus creticus spp. Creticus (Κίστος ο Κρητικός), είναι ενδημικό του ελληνικού χώρου, που φύεται σε πολλά μέρη της Ελλάδας αλλά κυρίως στην Κρήτη όπου ανθεί από Μάρτιο – Ιούνιο. Η ρίζα του είναι πολύ σκληρή, ξυλώδης, λευκή εσωτερικά, κοκκινωπή εξωτερικά, με πολλά τριχοειδή ριζίδια. Οι βλαστοί του είναι τραχείς, διηρημένοι σε πολλούς κοκκινωπούς κλώνους οι πιο τρυφεροί από τους οποίους είναι τριχωτοί με χρώμα λευκοπράσινο. Τα φύλλα του φυτού είναι αντίθετα, λογχοειδή με κυματώδη κράσπεδα, τριχωτά, νευρώδη στην άνω επιφάνεια και γυρισμένα προς την βάση με χρώμα βαθυπράσινο. Τα άνθη είναι πορφυρά όμορφα σαν ρόδα φύονται δε στις κορυφές των τρυφερών κλώνων. Η στεφάνη του άνθους έχει πέντε πέταλα στρογγυλά, πλατιά και μακριά. Ο κάλυκας των ανθέων είναι διηρημένος σε πέντε ωοειδή σέπαλα καλυπτόμενα από μακριές αστεροειδείς τρίχες. Ο καρπός είναι ωοειδής κάψα, σκληρή, μελανή, γεμάτη από κόκκινα σπέρματα.

Είναι ρητίνη με θεραπευτικές ιδιότητες και μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως θυμίαμα. Στην Ελλάδα φύεται στην Κρήτη όπου συλλέγεται και από το οποίο παράγεται και αιθέριο έλαιο. Συλλέγεται από τα φύλλα του φυτού Κίστος ο Κρητικός το υποείδος κρητικός (Cistus Creticus spp. Creticus) ή (Cistus Incanus) ή (Cistus Villosus)  η κοινώς λαδανιά (είναι ο Κίστος με τα ροζ άνθη).

Το λάδανο στην λαϊκή παράδοση χρησιμοποιείτε, κυρίως:
1. Στην στις βαριές μορφές γρυπής και κρυολογήματος μαζύ με το ελαιόλαδο και την ρακί και σε συνδυασμό με μαλλί προβάτων (εξωτερική χρήση).

Το γνωμικό που χρησιμοποιούν οι κάτοικοι είναι ότι «Με τον λάδανο κατάφεραν να επιβιώσουν στις κακουχίες »
2. Σε πολύ μικρές ποσότητες καταπολεμούσε τον πόνο του στομάχου (ως καταπραϋντικό φάρμακο)
3. Ως αντισηπτικό στις πληγές (εξωτερική χρήση).

Τρόποι Συλλογής
Το λάδανο μαζεύεται με μηχανικά μέσα με την χρήση ενός ειδικού εργαλείου (το αργαστήρι) ή από το τρίχωμα των κατσικιών που βόσκουν ανάμεσα στις λαδανιές.
Το λάδανο το μαζεύουν και οι μέλισσες ως πρόπολη.
Η συλλογή με τον τρόπο αυτό γίνεται μόνο από το είδος Cistus creticus και εξαρτάται από το μικροκλίμα της περιοχής. Στις παλαιότερες εποχές ήταν δυνατή και σε αλλά σημεία της ανατολική Μεσογείους όπως η Βόρειος Αφρική  η κοιλάδα της Γαδάδ και η Κύπρος, με την μεταβολή του κλήματος στις περιοχές αυτές, η συλλογής σταμάτησε.